παρατριβή

παρατριβή
ἡ, ΝΑ [παρατρίβω]
τριβή ενός πράγματος με άλλο, τριβή πραγμάτων μεταξύ τους («ἐκ παρατριβῆς ξύλων εὗρον πῡρ», Φίλ.)
αρχ.
1. τριβή δύο σωμάτων, συνουσία, συνεύρεση («ἐκ παρατριβῆς καὶ σπέρματος ἀνδρός», Επιφ.)
2. μτφ. προστριβή, σύγκρουση, φιλονικία, λογομαχία («ἐν ύποψίαις ἦν πρὸς ἀλλήλους καὶ παρατριβαῑς», Πολύβ.)
3. παράπλευρος δρόμος, πάροδος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • παρατριβή — rubbing against one another fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατρίβῃ — παρατρί̱βῃ , παρατρίβω rub beside pres subj mp 2nd sg παρατρί̱βῃ , παρατρίβω rub beside pres ind mp 2nd sg παρατρί̱βῃ , παρατρίβω rub beside pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατριβαῖς — παρατριβή rubbing against one another fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατριβαί — παρατριβή rubbing against one another fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατριβῆς — παρατριβή rubbing against one another fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατριβήν — παρατριβή rubbing against one another fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρατριβάς — παρατριβά̱ς , παρατριβή rubbing against one another fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”